LSJμαστῑγο-νόμοςGlossμαστῑγο-νόμος , ον , = μαστιγοφόρος , Plu. 2.553a .μαστῑγο-νόμος,ον,A.= μαστιγοφόρος , Plu. 2.553a .ReferencesPlu. 2.553a