LSJμαστῑγ-ωτικόςGlossμαστῑγ-ωτικός , ή , όν , gloss on μάστειρα (q. v.), Sch. A. Supp. 163 .μαστῑγ-ωτικός,ή,όν,A.gloss on μάστειρα (q. v.), Sch. A. Supp. 163 .ReferencesA. Supp. 163