μᾰταιο-πόνος,ον,
A. labouring in vain, τεχνίτης
Ph. 2.500
; ματαιοπόνον ἀποκαλεῖν τὴν φύσιν
Gal. UP 5.5
, cf. Apollon.Cit. 3 .
labouring in vain
μᾰταιο-πόνος,ον,
A. labouring in vain, τεχνίτης
Ph. 2.500
; ματαιοπόνον ἀποκαλεῖν τὴν φύσιν
Gal. UP 5.5
, cf. Apollon.Cit. 3 .