LSJμάτανGlossμάταν , Adv. , Dor. for μάτην . μάταν: ἡ λύγξ, ἔνιοι δὲμάταν,Adv., Dor. forμάτην.II. μάταν: ἡ λύγξ, ἔνιοι δὲRelated Lemmasμάταν: