LSJμᾰτευ-τήςGlossμᾰτευ-τής , οῦ , ὁ , = μαστευτής, κακεμπορίης Man. 4.268 .μᾰτευ-τής,οῦ,ὁ,A.= μαστευτής, κακεμπορίηςMan. 4.268 .ReferencesMan. 4.268