*μάτημι(A), Aeol. ,
A.
= ματεύω , in2 sg. pres.
μάτης, ἐξ ἑτέρω ἕτερον μ.
Theoc. 29.15
:— Pass. , Ion.
ματεῖσθαι,
= ζητεῖσθαι , Hp. ap. Erot. ( Hsch. hasματεῖ: ζητεῖ.)
* μάτημι (A), Aeol. , = ματεύω , in 2 sg. pres. μάτης, ἐξ ἑτέρω ἕτερον μ. Theoc. 29.15 :— Pass. , Ion. ματεῖσθαι, = ζητεῖσθαι , Hp. ap. Erot. ( Hsch. has ματεῖ: ζητεῖ .)
*μάτημι(A), Aeol. ,
A.
= ματεύω , in2 sg. pres.
μάτης, ἐξ ἑτέρω ἕτερον μ.
Theoc. 29.15
:— Pass. , Ion.
ματεῖσθαι,
= ζητεῖσθαι , Hp. ap. Erot. ( Hsch. hasματεῖ: ζητεῖ.)