ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ; alsoματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν,ματτάβης: ἀπορῶν, andμάτταβος,ον,
A.
= μωρός , Hsch.
ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ ; also ματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν , ματτάβης: ἀπορῶν , and μάτταβος , ον , = μωρός , Hsch.
ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ; alsoματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν,ματτάβης: ἀπορῶν, andμάτταβος,ον,
A.
= μωρός , Hsch.