LSJμᾰχαιριωτόςGlossμᾰχαιριωτός , ή , όν , = μαχαιρωτός, καυτήρ v.l. in Paul.Aeg. 6.62 .μᾰχαιριωτός,ή,όν,A.= μαχαιρωτός, καυτήρv.l. inPaul.Aeg. 6.62 .ReferencesPaul.Aeg. 6.62