μεγᾰλό-πτωχος,ὁ,
A. magnificently poor, Διογένης τοὺς μεγάλα καὶ ἀθρόα λαμβάνοντας μεγαλοπτώχους ἐκάλει
Stob. 3.10.62
.
magnificently poor
μεγᾰλό-πτωχος,ὁ,
A. magnificently poor, Διογένης τοὺς μεγάλα καὶ ἀθρόα λαμβάνοντας μεγαλοπτώχους ἐκάλει
Stob. 3.10.62
.