LSJμειᾰγωγ-όςGlossμειᾰγωγ-ός , ὁ , ὥσπερ μ. ἑστιῶν <τὴν πόλιν> Eup. 116 .μειᾰγωγ-ός,ὁA., ὥσπερ μ. ἑστιῶν <τὴν πόλιν>Eup. 116.ReferencesEup. 116