μειλικ-τός,ή,όν, only in Lyr.Alex.Adesp. 35.8 ( Mesom. (?))μύθους μειλικτοὺς ἀνδρῶν ἔργοις, perh.
A. mingled(cf.ἀμείλικτον: ἄμικτον, Hsch. ).
mingled
μειλικ-τός,ή,όν, only in Lyr.Alex.Adesp. 35.8 ( Mesom. (?))μύθους μειλικτοὺς ἀνδρῶν ἔργοις, perh.
A. mingled(cf.ἀμείλικτον: ἄμικτον, Hsch. ).