LSJμέλιγμαGlossμέλιγμα , ατος , τό , v.l. for μέλισμα , Mosch. 3.55 , 92 .μέλιγμα,ατος,τό,A.v.l. for μέλισμα , Mosch. 3.55 , 92 .ReferencesMosch. 3.5592