μελῐτουργ-ία,ἡ,μελῐτουργ-ός,όν, dub. ll. forμελιττουργία, -γός.
μελῐτουργ-ία
Gloss
μελῐτουργ-ία , ἡ , μελῐτουργ-ός , όν , dub. ll. for μελιττουργία, -γός .
μελῐτουργ-ία , ἡ , μελῐτουργ-ός , όν , dub. ll. for μελιττουργία, -γός .
μελῐτουργ-ία,ἡ,μελῐτουργ-ός,όν, dub. ll. forμελιττουργία, -γός.