LSJμελοποι-ητήςGlossμελοποι-ητής , οῦ , ὁ , = μελοποιός , AP 11.143 ( Lucill. ).μελοποι-ητής,οῦ,ὁ,A.= μελοποιός , AP 11.143 ( Lucill. ).ReferencesAP 11.143Lucill.