LSJμενθηρίζωGlossμενθηρίζω , = μερμηρίζω , in fut. - ιῶ , Hsch. , Phot. ; cf. ἀμενθήριστος .μενθηρίζω,A.= μερμηρίζω , infut.-ιῶ, Hsch. , Phot. ; cf.ἀμενθήριστος.ReferencesHsch.Phot.