μεσηγύ, Ep.
μεσσηγύ, before a vowel or metri gr.μεσσηγύς—all in Hom. ;μεσηγύςonly in Orph. Fr. 94 :Adv.,
I. of Space,
1. abs.,in the middle, between, οὐδέ τι πολλὴ χώρη μεσσηγύς
11.23.521
, cf. 11.573 ;μηδέ τι μεσσηγύς γε . . πάθῃσι in mid-voyage, Od. 7.195 .
2. more freq. c. gen.,between, ὤμων μ.
11.8.259
; στηθέων
Theoc. 25.237
; Κουρήτων τε μ. καὶ Αἰτωλῶν
11.9.549
; μ. γαίης τε καὶ οὐρανοῦ
5.769
; μ. Ἰθάκης τε Σάμοιό τε