μεσο-πόρφῠρος,ον,
A. mixedorshot with purple, οὐχ ὅλως λευκὸν ἀλλὰ μ.
Plu. Arat. 53
; χλαμύς
D.C. 78.3
;τὰ μ.(sc.ἱμάτια) LXX Is. 3.20 .
mixed
μεσο-πόρφῠρος,ον,
A. mixedorshot with purple, οὐχ ὅλως λευκὸν ἀλλὰ μ.
Plu. Arat. 53
; χλαμύς
D.C. 78.3
;τὰ μ.(sc.ἱμάτια) LXX Is. 3.20 .