μεταβῐβ-άζω, Att.
fut.-βιβῶ, causal ofμεταβαίνω,
A. carry over, transfer, τοὺς ἐπιβάτας ἐς κοίλην ναῦν
X. HG 1.6.19
;τὴν γλῶσσαν τῶν ταρσῶν, i. e. from ankle to ankle, Procop. Arc. 4 ; τινὰ ἐπὶ θάτερα
Pl. Lg. 795c
; εἰς ἀγαθά
Ar. Pax 947
(lyr.); τὸ ἀπὸ τῶν κοινῶν ἔθος ἐπὶ τὰ ἴδια
D. 10.44
; μ. πόλεμον ἐπὶ τὴν Λιβύην
Plb. 1.41.4
; τὸν λόγον ἐπί τι
D.S. 4.7
; [ τὰς ψυχὰς] εἰς ἕτερον ἐξ ἑτέρου ζῷον
Diog.Oen. 35