μεταδίδωμι [δῐ],fut. μεταδια-δώσω,
A. give part of, give a share, c. gen. rei,τοῦ μεταδοῦν(poet.aor. 2 inf.) Thgn. 104 ; μ. τινί τινος
Id. 925
(prob. l.), Hdt. 1.143 , Ar. Ach. 961 ;γῆς(sc.αὐτοῖσι) Hdt. 4.145 ;τῆς ἀρχῆς(sc.αὐτοῖσι) Id. 7.150 ; τῷ πλήθει τῆς πολιτείας
Arist. Pol. 1306a25
, cf. Pl. Men. 89e , Isoc. 13.10 , etc.; τοῖς μηδὲν ἀδικοῦσιν ἐξ ἴσου τῆς πολιτείας
Lys. 25.3
; τὸ ἄλλῳ τῆς γεννητικῆς . . δυνάμεως μεταδεδωκός
Procl. Inst. 56
.
2. c. acc. of the part given, μ. τὸ τριτημόριόν τινι
Hdt. 9.34
, cf. 8.5 , Ar. V. 917 ; ἀρχῆς μηδ' ὁτιοῦν μ. τοῖς ἡττηθεῖσιν
Pl. Lg. 715a
; μ. τὸ μέρος