μεταλλ-άω,
A. search carefully, inquire diligently, ἐμοὶ οὐ φίλον ἐστὶ μεταλλῆσαι καὶ ἐρέσθαι
Od. 14.378
; οὐκέτι μέμνηται . . , οὐδὲ μεταλλᾷ
15.23
.
2. c. acc. pers.,inquire of, question, σε . . οὔτ' εἴρομαι οὔτε μεταλλῶ
Il. 1.553
, cf. Od. 3.69 , 16.287 ; butἀντεφθέγξατο . . μετάλλασέν τέ νινthe voicesoughthimout, Pi. O. 6.62 .
3. c. acc. objecti,inquire about, ask after, μή τι σὺ ταῦτα διείρεο μηδὲ μετάλλα
Il. 1.550
, cf. 5.516 ; ἕταροι δὲ κατέκταθεν, οὓς σὺ μεταλλᾷς
13.780
, cf. 10.125 , Od. 19.190 ; ἕκαστα μ.
14.128