μεταμέλ-εια, Ion.
-ιηPs.- Hdt. Vit.Hom. 19 :ἡ:—
A. change of purpose, regret, repentance, μεταμέλειαν λαμβάνει
E. Fr. 1080.3
; μεταμελείας λ.
Th. 1.34
;ἐπί τισι, περί τινος, Democr. 43 , Th. 3.37 ; μόνη σιωπὴ μ. οὐ φέρει
Men. 1105
; ἐμπιμπλάναι τινὰ μεταμελείας
Pl. Lg. 727c
; μεταμελείας μεστή
Id. R. 577e
; μ. τοῦ πεπραγμένου γίγνεται
Id. Lg. 866e
; τὸ ἐν μ.
Arist. EN 1110b19
; ἐκ μεταμελείας