μετάμελ-ος,ὁ,
A. repentance, regret, Th. 7.55 , Conon 23.3 , Themist. Ep. 4.1 , J. AJ 19.4.4 , Chor. p.214
B. ; ἀποθανὼν ὁ δίκαιος ἔλιπε μετάμελον
LXX Pr. 11.3
.
II. Adj. μετάμελος,ον ,repenting, πόλις ταῖς διαδιδομέναις φήμαις μετάμελος οὖσα
D.S. 25.11
.