μετα-παύομαι,
A. rest between-whiles, μεταπαυόμενοι δὲ μάχοντο
Il. 17.373
.
II. c. gen.,cease from, ὅθι λαρὸν ὕδωρ -παύεται ἅλμης
Opp. H. 1.115
.
rest between-whiles
μετα-παύομαι,
A. rest between-whiles, μεταπαυόμενοι δὲ μάχοντο
Il. 17.373
.
II. c. gen.,cease from, ὅθι λαρὸν ὕδωρ -παύεται ἅλμης
Opp. H. 1.115
.