ἀνᾰκέομαι,
A. repair,
τοῖχον
IG 11.203A56
(Delos,iii B. C.); cf. ἐνακέομαι; make good,
Ael. NA 5.19
; τάχ' ἄν τι καὶ ἐξαμάρτοις, ὃ μὴ δυνηθήσῃ -σασθαι
D.C. 52.37
.
repair,
ἀνᾰκέομαι,
A. repair,
τοῖχον
IG 11.203A56
(Delos,iii B. C.); cf. ἐνακέομαι; make good,
Ael. NA 5.19
; τάχ' ἄν τι καὶ ἐξαμάρτοις, ὃ μὴ δυνηθήσῃ -σασθαι
D.C. 52.37
.