ἀνακεράννῡμιandἀνακαχλ-ύω,
A. mix uporagain,
ἀνὰ κρητῆρα κέρασσεν
Od. 3.390
; οἶνον ἀνεκεράννυ γλυκύτατον
Ar. Ra. 511
: metaph., τὴν πόλιν αὐτὴν πρὸς αὑτὴν ἀ. ταῖς οἰκειότησιν
Plu. Cat.Mi. 25
; κοινωνίαις πολέμων -ασθέντες
D.H. 1.60
:— Pass. , πολλῷ τῷ θνητῷ ἀνακεραννυμένη
Pl. Criti. 121a
:aor.
-κεράσθην
Id. Ti. 87a
,part.
-κρᾱθείς