μετασεύομαι, Ep.
aor. μετέσσῠτο(v. infr.):— Pass. ,
A. go withorafter, πολλαὶ δὲ μετεσσεύοντο γεραιαί
Il. 6.296
;rush towardsorafter, Ἀθηναίη δὲ μετέσσυτο
21.423
: c. acc., μετέσσυτο ποιμένα λαῶν
23.389
.
II. rush back, πέλαγόσδε
A.R. 4.1270
.
go with
μετασεύομαι, Ep.
aor. μετέσσῠτο(v. infr.):— Pass. ,
A. go withorafter, πολλαὶ δὲ μετεσσεύοντο γεραιαί
Il. 6.296
;rush towardsorafter, Ἀθηναίη δὲ μετέσσυτο
21.423
: c. acc., μετέσσυτο ποιμένα λαῶν
23.389
.
II. rush back, πέλαγόσδε
A.R. 4.1270
.