LSJἀν-άκεστοςGlossἀν-άκεστος , ον , = ἀνήκεστος , Hp. ap. Erot. ( ἀνηκ- in Acut. 39 ).ἀν-άκεστος,ον,A.= ἀνήκεστος , Hp. ap. Erot. (ἀνηκ-in Acut. 39 ).ReferencesHp.Erot.Acut. 39