μετα-στρέφω,aor.
Pass. -εστρέφθην
Il. 8.258 , al., -εστράφην [ᾰ] Hdt. 3.121 , etc.:—
A. turn about, turn round, τῶ κε Ποσειδάων . . αἶψα μεταστ ρέψειε νόον
Il. 15.52
; εἴ κεν Ἀχιλλεὺς ἐκ χόλου . . μεταστρέψῃ φίλον ἦτορ
10.107
; τὸ πρόσωπον πρός τι
Pl. Smp. 190e
: — Med. , μεταστρέφεσθαι πρὸς τὸ μαλθακώτερον
Ar. Ra. 538
(lyr.):— Pass. ,turn oneself about, turn about, whether to face the enemy, στῆ δὲ μεταστρεφθείς
Il. 11.595
, 15.591 , cf. Hdt. 7.211 ; or to flee, τῷ δὲ μεταστρεφθέντι μεταφρένῳ ἐν δόρυ πῆξεν
Il. 8.258