μετατρέπω, Aeol.
πεδατρέπω
Alc. Supp. 28.10 :—
A. overthrow, l.c.
2. turn backoraway,μοῖραν -τρᾰπεῖν(aor. 2 inf.) Pi. Fr. 177 ; μετὰ δ' ὑμέας ἔτραπεν αἶσα
A.R. 3.261
; οὐ μετέτρεψέ σε πρωτότοκος ἀποπνέων
LXX 4 Ma. 15.18
.
3. change, νόημα
AP 9.114
( Parmen. ):— Pass. ,ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος -τραπήτω v.l. in
Ep.Jac. 4.9 ;μετατραπεὶς τῇ διανοίᾳAristeas 99 (μετατραπείςseems to be corrupt in Plu. 2.154e ).
II.
Med. ,turn oneself round, turn round,θάμβησεν δ' Ἀχιλεύς, μετὰ δ' ἐτράπετ' Il. 1.199 , etc.
2.