μετατροπ-ή,ἡ, (
A.
μετατρέπω
11.2
)retribution, ἔτι σε μετατροπὰ τῶνδ' ἔπεισιν ἔργων
E. Andr. 492
(lyr.).
II. change, σώματος γένεσις καὶ μ.
Plu. 2.720b
, cf. Vett. Val. 81.3 (pl.), Nech. ap. eund. 125.21 , Greg.Cor. Trop.Prooem. ; ἐπὶ τὰ βελτίονα μ. λαμβάνειν
Hippod.
ap. Stob. 4.34.71 .
III. overthrow, βασιλέων μετατροπαί
Herm.
ap. eund. 1.21.9 (prob.).