ἀνακλαίω, Att.
ἀνακῑν-κλάω,fut.
A.
-κλαύσομαι
Telecl. 1
D. :—weep aloud, burst into tears,
ἀνακλαύσας μέγα
Hdt. 3.14
, cf. 66 , D.C. Fr. 18.10 .
2. c. acc.,weep for,
κακὰ μέζω ἢ ὥστε ἀνακλαίειν
Hdt. 3.14
: so in Med. , ὑμῖν τάδ' . . ἀνακλαίομαι
S. Ph. 939
; τὰς παρούσας ἀτυχίας ἀνακλαύσασθαι πρὸς ὑμᾶς
Antipho 2.4.1
.