μετήορος,ον, (ἀείρω) Ep. form ofμετέωρος,
A. lifted off the ground, hanging, τὰ δέ κ' αὖτε μ. πάντα γένοιτο
Il. 8.26
; [ἅρματα] ἀί̈ξασκε μ.leapthigh into air, 23.369 ; μετήορα δ' αἶψ' ἀνάειρε
h.Merc. 135
;ἵππος . . μ. αὐχένα χαίταιςwithhigh-raisedmane, A.R. 4.1366 ;κεράων τὸ μ.theupperhorn, Arat. 794 : Dor.
πεδάοροι(so Stanley forπεδάμαροι) A. Ch. 590 (lyr.).
II. metaph.,wavering, inconstant, thoughtless, μετήορα θρυλίζειν
h.Merc. 488
.