μετοίχομαι,
A. go after, go in quest of, τούσδε μετοιχόμενος
Il. 10.111
; κῆρυξ δὲ μετῴχετο θεῖον ἀοιδόν
Od. 8.47
: c. acc. rei, = μετέρχομαι IV. 3 , καθαρμόν
E. IT 1332
.
2. with hostile intent,rush upon, pursue, ὁ δ' Ἄβαντα μετῴχετο
Il. 5.148
.
3. go amongorthrough, ἀνὰ ἄστυ
Od. 8.7
(or in signf. 1 ).
4. follow behind,τίς τοι . . μετοιχομένη φάος οἴσει; 19.24 .