μετονομ-άζω,
A. call by a new name,ἐκ τῶν αἰγέων . . αἰγίδας . . μετωνόμασαν calledthemby a new name—αἰγίδες, Hdt. 4.189 ;τὰς φυλὰς μετωνόμασε(sc. Cleisthenes) Id. 5.69 , cf. Phld. Mus. p.50 K.:— Pass. ,takeorreceive a new name, ἀντὶ Λυδῶν μετονομασθῆναι ἐπὶ τοῦ βασιλέος
Hdt. 1.94
; Βάττος μετωνομάσθη took the name of
B.
, Id. 4.155 ; καταφρόνησιν ἣ . . ὄνομα ἀφροσύνη μετωνόμασται
Th. 1.122
;καινῶς μετωνομασμένον new-fangled, Pl. Tht. 180a .