μετοχετ-εύω,
A. convey in a channel, divert, ποταμὸν ἐς τὸ πεδίον
App. Hisp. 78
, cf. Tz. H. 1.823 : metaph.,divert, LXX 4 Ma. 1.29 (cj.), Iamb. Myst. 4.12 ; νοήματα εἰς τὸν ἐρώμενον
Herm. in Phdr. p.165
A. :— Med. , φορὰν εἰς βαναύσους τέχνας μετοχετευσάμενοι
Ph. 1.637
:— Pass. , ἐς ἡδονὰς ἀπὸ τῶν καλῶν μ.
Hdn. 1.3.1
.