LSJμέττον:Glossμέττον: μεῖζον , Ilsch. μέττος , v. μέσος . μεττρία , = εὔθυνα , Id.; cf. μαστρεία .μέττον: μεῖζον, Ilsch.μέττος,A.v. μέσος .μεττρία, = εὔθυνα , Id.; cf.μαστρεία.Related Lemmasμέττοςμεττρία