μήκιστος,η,ον, Dor.
μάκιστος [ᾱ], the only form used by Trag.: irreg. Sup. of
μακρός(formed fromμῆκος, asαἴσχιστοςfromαἶσχος),
A. tallest, τὸν δὴ μήκιστον καὶ κάρτιστον κτάνον ἄνδρα
Il. 7.155
, cf. Od. 11.309 .
2. greatest, μάκιστον σέλας
A. Fr. 281.1
; μείζονα [πηδήματα] τῶν μακίστων
S. OT 1301
(anap.); τὰ μάκιστ' ἐμῶν κακῶν
E. Hipp. 818
(lyr.); τὸ μήκιστον τεράων
A.R. 4.1364
.
3. longest, in point of Time, ἐπὶ τὸ μήκιστον ἀνθρωπίνου αἰῶνος