μηνίω, Dor.
μᾱν-,fut.-ῑ́σω
AP 9.79 ( Leon. ), -ιῶ
LXX Je. 3.12 , al.:aor. ἐμήνῑσα: (μῆνις):—
A. cherish wrath, be wroth against, c. dat. pers., μήνι' Ἀχαιοῖσιν
Il. 1.422
; Ἀγαμέμνονι μήνιε δίῳ
18.257
; Ἀθηναῖοι ὑμῖν μηνίουσι
Hdt. 9.7
.β', cf. 5.84 , 7.229 : c. gen. rei,ἱρῶν μηνίσας because of. . , Il. 5.178 ; πατρὶ μηνίσας φόνου
S. Ant. 1177
; ἔργου ἕκατι τοῦδε μ.
Id. Tr. 274
; θεοῖς . . μηνίουσιν ἐς γένος
Id. OC 965