LSJμήςGlossμής , ὁ , v. μείς . μῆστο: ἐβουλεύσατο , Hsch. ; cf. μήδομαι .μής,ὁ,A.v. μείς .μῆστο: ἐβουλεύσατο, Hsch. ; cf.μήδομαι.ReferencesHsch.Related Lemmasμῆστο: