μῑμ-έομαι,fut.-ήσομαι:aor.
A.
ἐμιμησάμην
Pi. P. 12.21
, etc.:pf. μεμίμημαι(v. infr.):—imitate, represent, portray, ἔργα Γιγάντων
Batr. 7
; φωνάς
h.Ap. 163
; γόον
Pi. P. 12.21
; γλώσσης ἀϋτήν
A. Ch. 564
; τὴν τοῦ παιδὸς ὄρχησιν
X. Smp. 2.21
;τινα
Thgn. 370 , Hdt. 4.166 , Th. 2.37 , E. El. 1037 , etc.;μ.τινά τιoneina thing, Hdt. 5.67 ;τινὰ κατὰ τὰ αἰδοῖαdub. in Id. 2.104 ; κατὰ φωνὴν ἢ κατὰ σχῆμα
Pl. R. 393c