μίνυνθ-ᾰ [ῐ],Adv.
A. a short time, in Hom. mostly in phrase, μ. περ οὔ τι μάλα δήν
Il. 1.416
, Od. 22.473 ;μ. δέ οἱ γένεθ' ὁρμήbutshort-livedwas his effort, Il. 4.466 ; οὐ πολλὸν ἐπὶ χρόνον, ἀλλὰ μ.
Od. 15.494
; μ. δὲ γίγνεται ἥβης καρπός
Mimn. 2.7
; μ. δέ μοι ψυχὰ γλυκεῖα
B. 5.151
; τὴν δ' οὔτι μ. περ εὔνασεν ὕπνος
A.R. 4.1060
.