μῑ́σ-ημα,ατος,τό,
A. object of hate, of persons, ὦ δύσθεον μ.
S. El. 289
: c. gen. pers., σωφρόνων μισήματα
A. Th. 186
; μισήματ' ἀνδρῶν καὶ θεῶν Ὀλυμπίων
Id. Eu. 73
: c. dat., μ. πᾶσιν
E. Hipp. 407
.
object of hate
μῑ́σ-ημα,ατος,τό,
A. object of hate, of persons, ὦ δύσθεον μ.
S. El. 289
: c. gen. pers., σωφρόνων μισήματα
A. Th. 186
; μισήματ' ἀνδρῶν καὶ θεῶν Ὀλυμπίων
Id. Eu. 73
: c. dat., μ. πᾶσιν
E. Hipp. 407
.