μῑσό-χρηστος,ον,
A. hating the better sort, opp.μισόδημος, X. HG 2.3.47 , cf. D.H. 8.6 ; τὸ μ. στόμα τῆς κωμῳδίας
Phld. Piet. p.93
G.
hating the better sort
μῑσό-χρηστος,ον,
A. hating the better sort, opp.μισόδημος, X. HG 2.3.47 , cf. D.H. 8.6 ; τὸ μ. στόμα τῆς κωμῳδίας
Phld. Piet. p.93
G.