μίτῠλος [ῐ]orμύτῐλος[ῠ],η,ον (Hdn.Gr. 1.162 , 2.927 ),
A. hornless, αἴξ
Theoc. 8.86
.
II. μίτυλον: ἔσχατον, νήπιον(Laced.), Hsch.
hornless
μίτῠλος [ῐ]orμύτῐλος[ῠ],η,ον (Hdn.Gr. 1.162 , 2.927 ),
A. hornless, αἴξ
Theoc. 8.86
.
II. μίτυλον: ἔσχατον, νήπιον(Laced.), Hsch.