ἀνακτάομαι,fut. -ήσομαι:pf.
A.
ἀνέκτημαι
S. Fr. 358
:—regain for oneself, recover, τυραννίδα, ἀρχὴν ἀ. ὀπίσω,
Hdt. 1.61 , 3.73 ; Ἄργος ἐς ἑωυτοὺς ἀ. ὀπίσω
6.83
; δῶμα πατρός
A. Ch. 237
; ἀ. ταῖς πόλεσι τὴν ἐλευθερίαν
D.S. 16.14
;repair, retrieve,
ἐλαττώσεις
Plb. 10.33.4
.
2. refresh, revive, σώματα, ψυχάς,
Id. 3.60.7 , 87.3 ; τοὺς κεκμηκότας ὑπὸ τραυμάτων