μολοσσίαμβος [ῐ] (sc.πούς),ὁ, the foot̄̄̄̆̄, Diom. p.481 K.
μολοσσίαμβος
Gloss
μολοσσίαμβος [ῐ ] (sc. πούς ), ὁ , the foot ̄̄̄̆̄ , Diom. p.481 K.
μολοσσίαμβος [ῐ ] (sc. πούς ), ὁ , the foot ̄̄̄̆̄ , Diom. p.481 K.
μολοσσίαμβος [ῐ] (sc.πούς),ὁ, the foot̄̄̄̆̄, Diom. p.481 K.