μολούω,inf.-ειν: ἐγκόπτειν τὰς παραφυάδας, Hsch. ; cf.μολεύω.
μολούω
Gloss
μολούω , inf. - ειν: ἐγκόπτειν τὰς παραφυάδας , Hsch. ; cf. μολεύω .
μολούω , inf. - ειν: ἐγκόπτειν τὰς παραφυάδας , Hsch. ; cf. μολεύω .
μολούω,inf.-ειν: ἐγκόπτειν τὰς παραφυάδας, Hsch. ; cf.μολεύω.