μοναρχ-ικός,ή,όν,
A. monarchical, πολιτεία
Pl. Lg. 756e
;τὸ μ.,
= μοναρχία , ib. 693e ; [ πολιτεία] ἔχουσα μοναρχικὸν οὐδέν
Arist. Pol. 1266a6
; ἐξουσία -κωτέρα
Plb. 10.26.2
.
2. of persons,inclined to monarchy, App. BC 5.54 .Adv.
Comp. - κώτερον
Plu. Num. 2
.