LSJμονθῠλεύωGlossμονθῠλεύω , μόν-ευσις , μον-ευτός , v. ὀνθυλ -.μονθῠλεύω,μόν-ευσις,μον-ευτός,A.v. ὀνθυλ -.Related Lemmasμόν-ευσιςμον-ευτός