μονομᾰχ-ικός,ή,όν,
A. oforin single combat, μ. φιλοτιμία
Plb. 1.45.9
.
II. gladiatorial, φάρμακον
Aët. 15.13
; χρήματα
D.C. 72.19
.
of
μονομᾰχ-ικός,ή,όν,
A. oforin single combat, μ. φιλοτιμία
Plb. 1.45.9
.
II. gladiatorial, φάρμακον
Aët. 15.13
; χρήματα
D.C. 72.19
.